Πολιτεία

Πολιτεία

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Ιστορική αναδρομή στην πρόσφατη πολιτική ιστορία της Τουρκίας - Η πορεία και ο στόχος του Ερντογάν

Του Σεϊτ Αλντογάν -  Δημοσιογράφου

Μια σημαντική μερίδα των πολιτών στην Τουρκία, αλλά και διεθνώς, παρακολουθώντας την πολιτική που ασκεί η κυβέρνηση Ερντογάν και την οποία στο εσωτερικό της χώρας εφαρμόζει με βία και τρομοκρατία, αποδίδει στον Τούρκο ηγέτη τον χαρακτηρισμό τους αυταρχικού Σουλτάνου, που δεν διστάζει να προχωράει σε εξωφρενικές δηλώσεις όπως αυτή που έκανε πρόσφατα λέγοντας «τέρμα η κοινοβουλευτική δημοκρατία». 

Και τα ερωτήματα που πλανώνται είναι: Τι θέλει να κάνει ο Ερντογάν; Τι
επιδιώκει με τις προκλητικές δηλώσεις του; Πώς γίνεται να αισθάνεται κυρίαρχος και να παραμένει στην εξουσία, έχοντας δίπλα του μια κάποια λαϊκή βάση, την στιγμή που έχει ανοίξει μέτωπο με τους λαούς της Τουρκίας, τις μειονότητες, πλατιά εργατικά στρώματα, ακολουθώντας παράλληλα μια επεκτατική και επιθετική πολιτική απέναντι στα γειτονικά κράτη;  

Για να απαντηθούν σωστά τα παραπάνω ερωτήματα πρέπει κάποιος να κάνει μια ιστορική διαδρομή για να καταλήξει πώς βρέθηκε ο Ερντογάν να κυριαρχεί σήμερα στο πολιτικό σκηνικό, αναλύοντας παράλληλα τις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στην Τουρκία, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. 
Αφού τονίσουμε ότι σήμερα έχουμε ένα αυταρχικό τουρκικό καθεστώς, που η βία και η τρομοκρατία που ασκεί είναι κάτι το αδιανόητο για τον λεγόμενο Δυτικό κόσμο, ας κάνουμε μια ιστορική αναδρομή.

 Χούντα 12 Σεπτέμβρη 1980


Στις αρχές της δεκαετίας του '80 η οικονομική κρίση είχε φέρει σε δύσκολη θέση όλα τα αστικά και φασιστικά κοινοβουλευτικά κόμματα, εκφραστές των κυρίαρχων τάξεων. Η κοινή πολιτική τους θέση μπορεί να πει κάποιος ότι εκφραζόταν συνοπτικά από την πρόταση: «Χωρίς ουσιαστικά και ριζικά μέτρα δεν μπορεί να σωθεί η χώρα απ’ τον γκρεμό».

Το 1980 η κυβέρνηση του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ λίγο πριν το πραξικόπημα των στρατηγών, είχε περάσει απ' τη Βουλή ισοπεδωτικά μέτρα που καταδίκαζαν τους εργάτες και εργαζόμενους σε ανεργία και πείνα, αλλά συγχρόνως μετέτρεπε τη χώρα σε παράδεισο για το κεφάλαιο.
Τα μέτρα αυτά είχαν ονομαστεί: «Οι αποφάσεις 24 Γενάρη».

Η γνωστή έκφραση του Ντεμιρέλ «άνοιγμα προς το εξωτερικό κεφάλαιο» σήμαινε την εφαρμογή μιας πολιτικής καταρράκωσης του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων με μείωση μισθών και κοινωνικών παροχών προς τα λαϊκά στρώματα και παράλληλα κρατική υποστήριξη στο μεγάλο κεφάλαιο κάτι που προσέλκυσε ντόπιες και ξένες επενδύσεις.  

Οι κυβερνητικές αυτές αποφάσεις αυτές είχαν παρθεί σε συνθήκες μεγάλων κοινωνικών ταραχών. Μόνο στη Σμύρνη δεκάδες χιλιάδες εργάτες μετάλλου βρισκόντουσαν σε απεργία και σε όλη την Τουρκία και το Κουρδιστάν είχε υπάρξει λαϊκός ξεσηκωμός.
Ο Ντεμιρέλ ύστερα από χρόνια ομολόγησε σε μία συνέντευξη ότι οι «αποφάσεις της 24 Γενάρη» δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν χωρίς πραξικόπημα και χούντα. 

Ο πρώτος στόχος των πραξικοπηματιών της 12ης Σεπτέμβρη ήταν η υλοποίηση αυτών των αποφάσεων. Εμπνευστής και αρχιτέκτονας αυτής της πολιτικής ήταν ο Τουρκγούτ Οζάλ, ο οποίος ήταν έμπιστος άνθρωπος γνωστών επενδυτικών ομίλων, έχοντας και την εμπιστοσύνη των ΗΠΑ.

Το 1983 σε συνθήκες φασιστικής δικτατορίας ο Οζάλ δημιούργησε το κόμμα της «Μητέρας Πατρίδας» και με την ευλογία των χουντικών ήρθε στην κυβέρνηση. Ο ίδιος όχι μόνο υλοποίησε τις «αποφάσεις της 24 Γενάρη» αλλά πήρε άλλα τόσα "ευνοϊκά" μέτρα που ζητούσε το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου. 

Δημαγωγώντας ασύστολα ο Οζάλ ζητούσε θυσίες από τον λαό, υποσχόμενος ότι τα επόμενα χρόνια θα υπάρξει «ευημερία και ανάπτυξη για όλο τον κόσμο». «Θα θυσιάσετε τώρα 1 αλλά αργότερα θα κερδίσετε 5» ήταν το σλόγκαν που έλεγε απευθυνόμενος στις εργατικές μάζες.
Την ίδια στιγμή επέβαλε την κατάργηση του πόθεν έσχες για τους καπιταλιστές, προχώρησε στην έκδοση κρατικών ομολόγων με υπόσχεση το μεγάλο κέρδος, νομοθέτησε τη σημαντική μείωση στην φορολογία των επιχειρήσεων παρέχοντας κρατική εγγύηση και άλλες διευκολύνσεις στους «επενδυτές».


Ιδιωτικοποιήσεις και εργατικός μεσαίωνας

Επικρατώντας και με κυβερνητική υποστήριξη, μεσαιωνικές συνθήκες εργασίας, και με την παιδική εργασία να γνωρίζει άνθιση, ξεκίνησε η συσσώρευση του κεφαλαίου πάντα με εργοδοτική τρομοκρατία και την κρατική βία να κάνει την παρουσία της σε κάθε εργατική κινητοποίηση.

Η Τουρκία ξεκίνησε να γίνει παράδεισος ξέπλυμα μαύρου χρήματος σε διεθνές επίπεδο και ο Οζάλ συνέχιζε την προπαγάνδα ότι το κράτος δεν πρέπει να ασχοληθεί με την οικονομία και οι κρατικές επιχειρήσεις είναι ζημιογόνες επιβαρύνοντας τον κρατικό προϋπολογισμό γι’ αυτό πρέπει να δοθούν προς εκμετάλλευση στους ιδιώτες.  

Και αυτή η τακτική υλοποιήθηκε. Σ' αυτό το χρονικό διάστημα πουλήθηκαν πάρα πολλές κρατικές επιχειρήσεις σε ιδιωτικές εταιρίες. Ένα παράδειγμα: 10 υδροηλεκτρικά εργοστάσια πουλήθηκαν, ξεπουλήθηκαν στην ουσία 1,2 δισ. δηλ. Το πόσο χαριστική για το μεγάλο κεφάλαιο ήταν αυτή η παραχώρηση, φαίνεται από το γεγονός ότι το ποσό εξαγοράς αυτών των εργοστασίων, αντιστοιχεί στο ύψος καθαρών κερδών που είχαν αυτά τα εργοστάσια μέσα σ' ένα χρόνο! Την ίδια μοίρα είχε και η καπνοβιομηχανία κ.α.

Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και ένταση της κρατικής καταστολής

Το 1984 η λαϊκή αγανάκτηση συνέπεια της αντιλαϊκής πολιτικής άρχισε να παίρνει ολοένα και ποιο δυναμική μορφή. Ξαναεμφανίζεται ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και με την στήριξη του τουρκικού κατεστημένου ξεκινάει μια προπαγάνδα «περί ευημερίας και δικαιοσύνης». Ο λαός δείχνει εμπιστοσύνη στις προεκλογικές δεσμεύσεις του, με αποτέλεσμα να βρεθεί  στην εξουσία το κόμμα του «Ορθού Δρόμου». Ο Ντεμιρέλ εκλέχθηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας και η Τανσού Τσιλέρ έγινε πρωθυπουργός της Τουρκίας.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτής της περιόδου ήταν το κουρδικό ζήτημα. Οι μάχες μεταξύ ανταρτών και κυβερνητικών στρατιωτικών δυνάμεων είχε κάθε μήνα εκατοντάδες ή και χιλιάδες νεκρούς και από τα δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Την ίδια στιγμή η άγρια εκμετάλλευση των εργαζομένων στους χώρους δουλειάς και η αφόρητη εργοδοτική τρομοκρατία μόνο με την ένταση της καταστολής από την κυβέρνηση Τσιλέρ μπορούσε να αντιμετωπιστεί.  

Σ' αυτό το σκηνικό το Τουρκικό «βαθύ κράτος» κατόρθωσε να γίνει η κύρια δύναμη σε όλα τα επίπεδα, με δυσδιάκριτες διαφορές από το επίσημο κράτος. Κατά την περίοδο διακυβέρνησης Ντεμιρέλ - Τσιλέρ υπήρξαν χιλιάδες αγνοούμενοι και δεκάδες χιλιάδες δολοφονίες απ' το κράτος και το παρακράτος. 

Σημαντικό στοιχείο ότι κατά την διακυβέρνησή της η Τσιλέρ χρησιμοποίησε μυστικά κονδύλια ύψους 500 δισ με την ίδια να δηλώνει μετά από αρκετά χρόνια και όταν βρισκόταν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, ότι: «εάν αποκαλύψω πού ξόδεψα αυτά τα λεφτά θα γίνει πόλεμος σ' όλο τον κόσμο». 

Μέχρι τις αρχές του 2000 συνέχισε η κυριαρχία του κόμματος του «Ορθού Δρόμου», σε συνασπισμό με το κόμμα της «Μητέρας Πατρίδας» για κάποιο διάστημα, ενώ υπήρξε και κυβερνητική παρουσία των ισλαμιστών.

Τα πρώτα βήματα του Ταγίπ Ερντογάν

Ηταν η εποχή που δημιούργησε κόμμα ο Ταγίπ Ερντογάν με μία δυνατή προπαγάνδα που κύριους άξονες της είχε τις «αντιιμπεριαλιστικές», «αντιδικτατορικές» εξαγγελίες.
Ο ίδιος και τα στελέχη του κόμματος του, –«Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» το ονόμασε-, είχαν επιδοθεί σε μια ρητορεία για καταπολέμηση της φτώχειας, της ανεργίας και της μιζέριας που καταδυνάστευαν τα λαϊκά στρώματα.

Και αυτή η προπαγάνδα παράλληλα με τις υποσχέσεις του Ερντογάν ότι θα τερματιστούν τα πραξικοπήματα, οι λαοί της Τουρκίας επιτέλους θα βιώσουν δικαιοσύνη και ελευθερία, βρήκε ανταπόκριση στο εκλογικό σώμα. 

Η απέχθεια του τουρκικού λαού προς το στρατιωτικό κατεστημένο και η εμφάνιση του Ερντογάν σαν «καταπιεσμένου» και «διωκόμενου» από τους στρατηγούς, του έδωσε την δυνατότητα να αποκτήσει λαϊκή αποδοχή.
Λαοπλάνος ο Ερντογάν, σε κάθε ευκαιρία συνέχιζε να κάνει λόγο για δημοκρατία και ελευθερία, ρίχνοντας κροκοδείλια δάκρυα «για την γενοκτονία του Κουρδικού λαού», εκφράζοντας την αγωνία του γιατί  στη χώρα του δεν υπάρχει ισότητα και δικαιοσύνη. 

Εδραίωση και γιγάντωση του κόμματος "Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης"

Η τακτική του αυτή απέδωσε. Τα λεγόμενα του έγιναν πιστευτά απ’ το εκλογικό σώμα και το κόμμα του Ερντογάν βρέθηκε στην εξουσία. 

Όταν έγινε κυβέρνηση, πράγματι δημιούργησε επιτροπές για τους αγνοούμενους, άνοιξε το δρόμο για να δικαστούν οι στρατηγοί που πρωτοστάτησαν στο πραξικόπημα της 12ης Σεπτέμβρη, ανοίχτηκαν ομαδικοί τάφοι που είχαν γίνει την εποχή της Τσιλέρ και των στρατηγών, περιορίστηκαν τα δικαιώματα του στρατιωτικού κατεστημένου μέσα στην κρατική λειτουργία κ.λπ. Ταυτόχρονα σχεδόν σε όλη την Τουρκία φτιάχτηκαν δρόμοι και ιδιαίτερα έγιναν αλλαγές βιτρίνας σε μεγάλες πόλεις.

Με επικοινωνιακές κινήσεις –μοίρασμα στον φτωχό κόσμο τρόφιμα, ηλεκτρικές συσκευές κ.α- κατόρθωσε να αποκτήσει λαϊκή βάση, δημιουργώντας ταυτόχρονα έναν μηχανισμό που κατόρθωσε να ελέγξει –αν και όχι απόλυτα- τις κυβερνητικές δομές, εξοστρακίζοντας τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Όταν ο Ερντογάν και το κόμμα του εδραιώθηκαν στην κυβερνητική εξουσία, προχώρησαν, σταδιακά και μεθοδευμένα, σ’ αυτό που απαιτούσε το οικονομικό κατεστημένο της Τουρκίας, η αστική τάξη δηλαδή της χώρας και οι πολυεθνικές οι οποίες συνεργαζόταν μαζί της.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εκποίηση της δημόσιας περιουσία που υπήρχε και την οποία καρπώθηκαν τουρκικά και ξένα οικονομικά μεγαθήρια. Τα οικονομικά μεγέθη είσαι ενδεικτικά. Απ' το 1986 μέχρι το 2002, μέσα σε 17 χρόνια δηλαδή, είχαν γίνει ιδιωτικοποιήσεις ύψους 8 δις. δολάρια.
Στην κυβέρνηση του Ερντογάν τα πρώτα 7 χρόνια έγιναν 30,5 δις. δολάρια ιδιωτικοποιήσεις και σήμερα έχουν φτάσει τα 68 δις. 

Κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης». Το ξεκίνημα και η μετεξέλιξή του

Την περίοδο διακυβέρνησης της Τουρκίας από το κόμμα του Ερντογάν μπορούμε να την κατατάξουμε σε δύο περιόδους.

Απ' τη δημιουργία του κόμματος «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» μέχρι το 2012 ο Ερντογάν παρίστανε τον ηγέτη ενός πολιτικού μορφώματος εκφραστή της δημοκρατίας, που καταπιέζεται και διώκεται από το πολιτικοοικονομικό και στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας.
Μ’ αυτό τον τρόπο απέκτησε λαϊκή αποδοχή. Σχεδόν όλοι οι ιδιοκτήτες των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, μικροί επαγγελματίες που αισθανόντουσαν στο σβέρκο τους την καταπίεση των πολυεθνικών μονοπωλιακών εταιριών, έσπευσαν να υποστηρίξουν το νέο "φιλελεύθερο" κόμμα του Ερντογάν. 

Παράλληλα η φιλολαϊκή του ρητορική και τα μεγάλα προβλήματα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά που αντιμετώπιζαν τα λαϊκά στρώματα στις μεγάλες αστικές πόλεις, οδήγησαν λαϊκές μάζες στο να υποστηρίξουν το σημερινό κυβερνητικό κόμμα της Τουρκίας. Ας μην ξεχνάμε ότι είχε προηγηθεί μια στρατιωτική δικτατορία την οποία διαδέχτηκαν αυταρχικές κυβερνήσεις. Μ’ αυτά τα δεδομένα ο «φρέσκος» πολιτικός και σε πολλά σημεία ριζοσπαστικός λόγος του Ερντογάν έγινε θετικά αποδεκτός από λαϊκές μάζες, με συνέπεια να γιγαντωθεί το κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης».


Η «μεταμόρφωση» -αν κάποιος μπορεί να την χαρακτηρίσει έτσι- του Ερντογάν και του αρχηγικού του κόμματος ξεκινάει από τα μέσα του 2012.
Εχοντας δώσει «εξετάσεις» με την πολιτική που εφάρμοζε και κερδίζοντας την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη από ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα αλλά και διεθνών μονοπωλιακών ομίλων που έχουν έντονη επενδυτική παρουσία στην χώρα του, ο Τούρκος ηγέτης θεωρεί ότι ήταν δυνατόν να στραφεί σε τμήματα της αστικής τάξης που εκπροσωπούσαν το Κεμαλικό αλλά και το στρατιωτικό κατεστημένο. Αναφερόμαστε σε καπιταλιστικούς ομίλους, -κάποιοι απ’ αυτούς ελέγχονται από απόστρατους στρατηγούς-, οι οποίοι βρισκόταν σε ενδοκαπιταλιστική αντιπαράθεση με τα συμφέροντα που εκπροσωπούσε ο ίδιος και το κόμμα του.

Αυτοί οι ανταγωνισμοί σε μερίδες της Τουρκικής αστικής τάξης για τον πλήρη έλεγχο του κράτους, ήταν και η μήτρα απ' όπου προήλθε το αποτυχημένο πραξικόπημα της 16 Ιούλη του 2016.
 
Ο Ερντογάν μετέτρεψε την απόπειρα αυτή σε ευκαιρία - “δώρο από τον θεό” ονόμασε την απόπειρα του πραξικοπήματος- για να καθυποτάξει κάθε αντιπολιτευτική φωνή και να εδραιώσει μια δικτατορία με κοινοβουλευτικό μανδύα. 

Χιλιάδες πολίτες που το καθεστώς της Αγκυρας θεωρούσε πολιτικούς αντιπάλους βρέθηκαν στην φυλακή, άλλοι τόσοι δημόσιοι υπάλληλοι βρέθηκαν απολυμένοι, εκατοντάδες ήταν τα ΜΜΕ στα οποία η κυβέρνηση έβαλε λουκέτο.

Απώτερος στόχος του Ερντογάν φυσικά είναι το κουρδικό και ταξικό κίνημα. Και γι αυτό τον σκοπό χρησιμοποιεί κάθε μέσον που του προσφέρει η εξουσία που κατέχει για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου που εκπροσωπεί.

Η ζοφερή οικονομική πραγματικότητα της Τουρκίας

Εδώ να παραθέσουμε τις προεκλογικές δηλώσεις του Ερντογάν που ισχυριζόταν ότι «το κουρδικό πρόβλημα είναι δικό του πρόβλημα και θα λυθεί», ενώ με τα τελευταία στοιχεία γνωρίζουμε ότι στο τέλος του 2015 και το πρώτο εξάμηνο του 2016 δολοφονήθηκαν από τις κυβερνητικές δυνάμεις 40.000 Κούρδοι, στην συντριπτικοί τους πλειοψηφία άμαχοι.

 Πέρα απ’ τα τεράστια προβλήματα που δημιουργεί η εξωτερική πολιτική του Ερντογάν στο μοίρασμα επιρροής της περιοχής με άλλες όμορες ιμπεριαλιστικές χώρες, καλό είναι να σταθούμε στην εσωτερική κατάσταση σήμερα στην Τουρκία μιλώντας με αριθμούς.

Πέρα απ’ την εικονική κατάσταση που προσπαθεί να παρουσιάσει το καθεστώς η πραγματικότητα είναι αμείλικτη.

Μεταξύ του Δεκέμβρη 2002 και Δεκέμβρη 2016: 

Δημόσιο χρέος από 242,7 δις λίρες έφτασε 759,6 δις λίρες.

Η ανεργία από 8,3% έφτασε 12,1%. 

Το εξωτερικό χρέος από 247 δις δολάρια έφτασε 888,9 δις δολάρια. 

Το χρέος των καταναλωτών στις τράπεζες από 6,6 δις λίρες έφτασε 419 δις λίρες. 

Το όριο φτώχειας από 380 λίρες έφτασε 1432 λίρες. 

Οι συνθήκες εργασίας παραπέμπουν στον μεσαίωνα με αποτέλεσμα κάθε χρόνο κατά μέσο όρο 1200-1300 εργάτες να χάνουν τη ζωή τους σε εργατικό ατύχημα, ουσιαστικά δηλαδή σε εργοδοτικές δολοφονίες.

Ένα απ' τα στοιχεία που δεν πρέπει να παραλείψουμε είναι ότι η Τουρκία αποτελεί πια παράδεισο της «μαύρης» και ανασφάλιστης εργασίας. Δημοσιεύματα τα οποία επικαλούνται δημόσιες πηγές, αναφέρουν ότι σήμερα στην Τουρκία κυκλοφορεί 400 δις δολάρια παράνομο κεφάλαιο σε μη καταγεγραμμένες «επενδύσεις» με άγνωστο αριθμό εργατών. οι οποίοι με εξευτελιστικά μεροκάματα χύνουν τον ιδρώτα τους, κάποιες φορές και το αίμα τους για την κερδοφορία των καπιταλιστών.

Σημείο που δεν πρέπει να προσπεράσουμε είναι η τεράστια εσωτερική μετανάστευση που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στην Τουρκία. Η αφόρητη ζωή συνέπεια και των μόνιμων συγκρούσεων μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και ανταρτών, στην Τουρκική επαρχία έχει οδηγήσει εκατομμύρια εσωτερικούς μετανάστες προς τα αστικά κέντρα, πρώτη ύλη για εκμετάλλευση από τους καπιταλιστές μια και αυτοί οι μετανάστες αποτελούν στρατό φτηνής και παράνομης εργασίας για το κεφάλαιο.

Αν αυτό το συνδυάζεις με το ότι στην πραγματικότητα σήμερα στον ιδιωτικό τομέα έχει καταργηθεί το 8ωρο και κάθε εργαζόμενος –με την απειλή της απόλυσης- είναι έρμαιο στις απαιτήσεις του εργοδότη, μπορεί κάποιος να αντιληφθεί το εργασιακό καθεστώς που υπάρχει σήμερα στην Τουρκία. 
Η σημερινή πολιτική κατάσταση στην Τουρκία

Είναι πολυσύνθετη η πραγματικότητα στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Μπορεί να προβάλλεται σαν κύριο πρόβλημα η κατάσταση που υπάρχει γύρω από το Κουρδικό ζήτημα, αλλά υπάρχουν εξ ίσου σημαντικοί παράγοντες που δεν μπορεί να τους προσπεράσουμε και μας δείχνουν ότι κάθε άλλο παρά ομαλή είναι η εσωτερική πολιτική κατάσταση..

Μια πολύ σημαντική μερίδα του Τουρκικού λαού, είτε αυτή πρόκειται στους Κεμαλιστές, σε τμήμα των «Γκρίζων Λύκων», είτε στο θρησκευτικό κόμμα «Ευημερίας» αποτελεί πολιτικό αντίπαλο του Ερντογάν, υπερασπιζόμενο τα συμφέροντα μια άλλης μερίδας της τουρκικής αστικής τάξης, απ’ αυτή που υπερασπίζεται το κόμμα του Ερντογάν.

Κι αυτό αποτελεί μια μεγάλη ανασφάλεια για τον Τούρκο ηγέτη. Εκτός από το αστυνομικό σώμα, ο Ερντογάν πιστεύει ότι υπάρχουν θύλακες αμφισβήτησή τους παντού. Στις ένοπλες δυνάμεις, στην δικαστική εξουσία, στον κρατικό μηχανισμό. Και αυτή η αντίληψη του έχει σαν αποτέλεσμα να γίνονται συνεχώς «εκκαθαρίσεις»  σε όλες τις κυβερνητικές δομές. 

Ένα κράτος που κυβερνάτε με νόμους έκτακτης ανάγκης, που οι πειθαρχικές και ποινικές διώξεις σε όσους η κυβέρνηση θεωρεί πολιτικούς της αντιπάλους, είναι καθημερινότητα, είναι επόμενο να έχει δημιουργήσει αναστάτωση και αρρυθμίες στον κρατικό μηχανισμό. Ακόμα προκαλεί και δυσαρέσκεια και σε μέχρι προ τινός υποστηρικτές του Ερντογάν.

Οι εξελίξεις που μπορεί να υπάρξουν ανα πάσα στιγμή πιθανόν να είναι απρόβλεπτες και είναι εντελώς πλασματική η εικόνα του παντοδύναμου Ερντογάν που θέλει να προβάλει η κυβέρνηση της Αγκυρας.

Σε καμιά περίπτωση επίσης δεν μπορεί να παραβλέψουμε τα μεγάλα εξωτερικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση της Αγκυρας. Η ευρύτερη περιοχή γίνεται πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ Αμερικής, ΕΕ, Ρωσίας, Κϊνας, Τουρκίας και περιφερικών κρατών.

Γι’ αυτό το τεράστιο θέμα όμως θα επανέλθουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου