Πολιτεία

Πολιτεία

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

H ηττημένη Κομμούνα έγινε σύμβολο

140 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΙΣΙΝΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ
Ένας θυελλώδης και παθιασμένος διάλογος ξεκίνησε από την επόμενη κιόλας της συντριβής της Κομμούνας του Παρισιού, από την οποία τα διάφορα ρεύματα της σοσιαλιστικής σκέψης αντλούσαν επιχειρήματα για να υπερασπιστούν τις θέσεις τους, αρχής γενομένης από αυτούς που στην ήττα της Κομμούνας έβλεπαν την απόδειξη της αναγκαιότητας ενός επαναστατικού κόμματος. Το παράδειγμά της θα αναφέρεται συνεχώς, για δεκαετίες, σε κάθε κρίσιμη φάση του προβληματισμού για το κράτος και την επανάσταση.
του Georges Haupt
μετάφραση: Γιώργος Παπαναγιώτου
Από τον Σεπτέμβριο του 1870 και μετά, οι ειδήσεις που ερχόντουσαν από τη Γαλλία βρισκόντουσαν στα πρωτοσέλιδα του παγκόσμιου Τύπου. Η κοινή γνώμη ήταν σ’ επιφυλακή και παρακολουθούσε με προσοχή τη σχετική ειδησεογραφία, την ταχεία διάδοση της οποίας ήταν πια σε θέση να εξασφαλίζουν τα διάφορα πρακτορεία ειδήσεων, χάρη στην ανάπτυξη του τηλεγράφου. Παρ’ όλ’ αυτά, η παρισινή εξέγερση του Μαρτίου 1871 προξένησε ένα σοκ σε όλους τους τομείς της κοινής γνώμης. Πέρα από το γεγονός ότι ξανάφερνε παλιές αναμνήσεις, της επανάστασης του 1848, εντυπωσίασε κυρίως λόγω του πρωτόγνωρου χαρακτήρα της
. Ο Ρώσος σοσιαλιστής Πιέρ Λαβρόφ το υπογραμμίζει σε μια ανταπόκριση που έστειλε από το Παρίσι, στις 21 Μαρτίου του 1871: «Ε, λοιπόν, να κι άλλη μια επανάσταση! Κι αυτή εδώ δεν μοιάζει καθόλου με τις άλλες! Ποιος είναι λοιπόν ο επικεφαλής σ’ όλα αυτά; Κάποιοι που είναι παντελώς άγνωστοι!… Μάλιστα, απλοί εργάτες!… Κι αυτό είναι που χαρακτηρίζει την πρωτοτυπία του κινήματος αυτών των τελευταίων ημερών… Κάθε σοσιαλιστής, κάθε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων, οφείλει να σκεφτεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτό το χαρακτηριστικό».
Ο ισχυρός αντίχτυπος στο εργατικό κίνημα
 Μ’ αυτό τον τρόπο έγινε αντιληπτή η σημασία της Κομμούνας του Παρισιού από το νεαρό εργατικό κίνημα στην Ευρώπη, κι έγινε αποδεκτή με ζωηρή συγκίνηση. Ξέσπασε ένα κύμα συγκεντρώσεων αλληλεγγύης, ιδίως στη Γερμανία. Αυτή η εκδήλωση διεθνισμού τρέφεται από την αίσθηση ότι «έφτασε επιτέλους η ώρα της απελευθέρωσης των εργαζομένων». Η Κομμούνα προβάλλεται σαν παράδειγμα προς μίμησιν. «Η δημοκρατία στη Γερμανία περιμένει ανυπόμονα τη στιγμή που θα μπορέσει ν’ ακολουθήσει αυτό το ωραίο παράδειγμα», διακηρύσσει το διάγγελμα που ψηφίστηκε στις αρχές Μαΐου 1871 από τους εργάτες του Αννοβέρου.  Στο Λονδίνο, στο Γενικό Συμβούλιο της Α΄ Διεθνούς, ψυχή του οποίου είναι ο Καρλ Μαρξ, ζουν ταυτόχρονα σε πυρετό και ανησυχία. Ο παρισινός ξεσηκωμός τούς κατέλαβε εξαπίνης, και για τον Μαρξ, που είναι ενθουσιασμένος μεν αλλά έχει και επίγνωση της πραγματικότητας, οι πιθανότητες επιβίωσης του κινήματος είναι πολύ μικρές. Ωστόσο, ήδη από τις 17 του Απρίλη, είναι κατηγορηματικός: «Ο αγώνας στο Παρίσι εισήγαγε σε μια νέα φάση την πάλη των εργαζομένων εναντίον της αστικής τάξης και του κράτους της. Όποια κι αν είναι η τελική έκβασή του, έχει ήδη επιτρέψει να κατακτηθεί μια νέα βάση εκκίνησης που έχει οικουμενική ιστορική σημασία».
Ο τρόμος των συντηρητικών
Σχέδιο του Ταρντί από εικονογραφημένο μυθιστόρημα του Βωτρέν «Η κραυγή του λαού: Ιστορίες από την Παρισινή Κομμούνα», μετ. Γιάννης Καυκιάς, εκδόσεις ΚΨΜ
Η Κομμούνα του Παρισιού δημιούργησε ένα σοκ και στους συντηρητικούς κύκλους, που εκφράστηκε στον τρόμο των περισσότερων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων της εποχής. Οι πρωθυπουργοί των τριών αυτοκρατοριών (της Ρωσίας, της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας),  μπροστά στον υπαρκτό κίνδυνο επαναστατικής επιδημίας που απειλούσε την καθεστηκυία τάξη, έφτασαν μέχρι του σημείου να καταστρώσουν ένα σχέδιο συντονισμένης δράσης. Αφού πέρασε η πρώτη αναστάτωση, δημιουργήθηκε μια νέα βεβαιότητα: έπρεπε να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία που προσέφεραν τα γεγονότα του Παρισιού για να πάρουν δραστικά μέτρα σε διεθνές επίπεδο εναντίον των «ανατρεπτικών» –δημοκρατικών και σοσιαλιστικών– ιδεών και οργανώσεων× η φοβισμένη κοινή γνώμη δεν θα στέκονταν πια εμπόδιο στα σχέδια των κυβερνήσεων. Η ψυχολογική προετοιμασία ξεκίνησε ήδη από τα μέσα Απριλίου. Ο Μπίσμαρκ υποδεικνύει το περιεχόμενό της στον δημοσιογράφο Μόριτζ Μπους, που είχε συνοδέψει το γερμανικό επιτελείο στην εκστρατεία του στη Γαλλία: «Αυτό που θα κάνετε κυρίως είναι να παρουσιάζετε τον εξαιρετικά μεγάλο αριθμό αλλοδαπών κάθε είδους, στους οποίους έκαναν έκκληση οι Παριζιάνοι για βοήθεια, για ν’ αγωνιστούν εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης. Αυτοί οι Παριζιάνοι, που τόσο εύκολα θεωρούν τους εαυτούς τους αφρόκρεμα του πολιτισμού, δέχονται για ηγέτες τους κάποιους λυσσασμένους φανατικούς που, τις περισσότερες φορές, τα συμφέροντά τους είναι αντίθετα με τα δικά τους».
Μετά  την ματωμένη Εβδομάδα, ο Αντόλφ Τιέρ και ο Ζιλ Φαβρ[1] ξαναπιάνουν την ίδια ιδέα, ξαναζωντανεύουν την παλιά δημοφιλή και βολική θεωρία της διεθνούς συνωμοσίας. Στις 6 Ιουνίου του 1871, ο Φαβρ απευθύνει μια εγκύκλιο σε όλους τους γάλλους διπλωματικούς εκπροσώπους στο εξωτερικό, προκειμένου να την κοινοποιήσουν στις κυβερνήσεις των χωρών όπου είναι διαπιστευμένοι× σ’ αυτήν κάνει έκκληση για κάποιου είδους ιερά συμμαχία εναντίον του επαναστατικού κινήματος, εναντίον της συνωμοσίας, που από τούδε και στο εξής έχει ένα όνομα, η Διεθνής, η Διεθνής Ένωση των Εργαζομένων, και προσωποποιείται σ’ έναν άνθρωπο, τον Μαρξ.
Η θεωρία των σκοτεινών σκευωριών μιας διαβολικής εταιρείας, που αποτελούσε το κεντρικό θέμα της εκστρατείας εναντίον της Διεθνούς και που προοριζόταν να διαστρεβλώσει την εικόνα της Κομμούνας σ’ ολόκληρο τον κόσμο, συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία «του μύθου», όπως διαπίστωνε ο Μαρξ: «Μέχρι τώρα πιστεύαμε ότι οι χριστιανικοί μύθοι δεν θα είχαν σχηματιστεί, αν είχε ήδη ανακαλυφθεί η τυπογραφία. Εδώ έχουμε μια απόδειξη για το εντελώς αντίθετο. Ο καθημερινός Τύπος και ο τηλέγραφος, που διαδίδει στη στιγμή τα ψέματά του σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, κατασκευάζουν μέσα σε μια μέρα περισσότερους μύθους απ’ όσους μπορούσαν άλλοτε να κατασκευάσουν μέσα σ’ έναν αιώνα (κι αυτά τα μοσχάρια οι αστοί τα καταπίνουν αμάσητα και τα διαδίδουν)». Για να κατατάξει την Κομμούνα στο πλαίσιο του εργατικού κινήματος, ο Μαρξ δημοσιεύει την μπροσούρα Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, που εγκρίνεται από το Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς· έτσι γίνεται αμέσως ο στόχος στον οποίο εστιάζονται όλες οι επιθέσεις, οι απειλές και οι συκοφαντίες. Εξαιτίας αυτών των συκοφαντιών, η φήμη του Μαρξ, από εκείνη τη στιγμή, ξεπερνάει κατά πολύ το πλαίσιο του διεθνούς εργατικού κινήματος. Στην επιστολή του στον Λ. Κούγκελμαν, στις 18 Ιουνίου του 1871, φαίνεται ικανοποιημένος απ’ αυτό: «η μπροσούρα έκανε τρομερό θόρυβο κι αυτή τη στιγμή έχω την τιμή να είμαι ο πιο συκοφαντημένος και απειλούμενος άνθρωπος του Λονδίνου. Είναι πραγματικά ευχάριστο μετά από είκοσι χρόνια βαρετής ειδυλλιακής ζωής καταμεσής του βάλτου».
Η άνθηση και το τέλος της Α΄ Διεθνούς
 H επιρροή και το σοκ της Κομμούνας, όμως, δεν περιορίζονται στα στενά πλαίσια των επιδιώξεων εκείνης της στιγμής. Η ώθηση από αυτό που κατά τον Μαρξ υπήρξε «η πρώτη επανάσταση στην οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανεπιφύλακτα ως η μόνη τάξη που είναι ακόμη ικανή να αναλαμβάνει κοινωνική πρωτοβουλία»,  έγκειται στο γεγονός ότι επιβάλλει μια στροφή στην ανάπτυξη του διεθνούς εργατικού κινήματος. Όπως το εξέφρασε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο «τάφος της Κομμούνας» ήταν επίσης ο τάφος της πρώτης περιόδου του εργατικού κινήματος, αυτής των «αυθόρμητων επαναστάσεων, των εξεγέρσεων, των οδοφραγμάτων, μετά από τα οποία η εργατική τάξη ξαναέπεφτε πάντα στην απάθειά της». Αυτή η στροφή έγινε αισθητή από όλους τους ηγέτες της Α΄ Διεθνούς, οι οποίοι έδιναν διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα: Τι να κάνουμε; Η απάντηση του Μαρξ προχωρεί  ένα βήμα παραπέρα: να αποκεντρωθεί η Διεθνής και ν’ αναπτυχθεί ένα μαζικό εργατικό κίνημα με σταθερές και μόνιμες ρίζες στις διάφορες χώρες. Οπότε έχουμε μια φαινομενικά παράδοξη κατάσταση: η Κομμούνα έδωσε μια άνθηση στη Διεθνή και, ταυτόχρονα, σήμανε το τέλος της.
Από εκείνη τη στιγμή, από το 1871 και μετά, αναπτύχθηκε ένας ευρύτατος νέος προβληματισμός, για το κόμμα και την οργάνωση, που αποτελεί τη βάση του σύγχρονου εργατικού κινήματος μέχρι και σήμερα. Η στροφή, όμως, έγινε αισθητή πολύ πέρα από το θεσμικό πλαίσιο. Η Κομμούνα υπήρξε εξαγγελτική αλλά και αποκαλυπτική επανάσταση. Έτσι εξηγείται η στροφή που πραγματοποιείται μετά το 1871 στη θεματική της ιστορίας των σοσιαλιστικών ιδεών.
Αυτή τη στροφή τη συναντούμε σε όλες τις θεωρητικές συγκρούσεις για το κράτος και την επανάσταση, και σε όλες τις προαγγελίες για την τακτική που ακολούθησαν την Κομμούνα. Ήδη, από την επομένη της πτώσης της, άνοιξε μια θυελλώδης και παθιασμένη δημόσια συζήτηση, στην οποία, για καθέναν από τους πρωταγωνιστές, χρησιμοποιούνταν ως παράδειγμα η Κομμούνα του Παρισιού. Καθένα από τα διάφορα ρεύματα της σοσιαλιστικής σκέψης έβγαλε τα δικά του συμπεράσματα από την Κομμούνα. Η περίφημη σύγκρουση μεταξύ του Μαρξ και του Μπακούνιν, που αναζωπυρώθηκε τότε, βρήκε στο παράδειγμα της Κομμούνας συγκεκριμένα επιχειρήματα. Μεταγενέστερα, σε κάθε κρίσιμη φάση του διεθνούς εργατικού κινήματος, το παράδειγμα της Κομμούνας ανακαλούνταν αδιάκοπα, κι έτσι φαινόταν σα να ανακτούσε μια αναπάντεχη επικαιρότητα.
Η επίπτωση στη συλλογική συνείδηση
 Το μεγαλειώδες πεπρωμένο της Κομμούνας δεν εγγράφεται μόνον στην προέκταση της ιδεολογίας. Αυτό που επέτρεψε τη διαιώνιση της επιρροής της ήταν το γεγονός ότι έγινε ένα σύμβολο — δηλαδή, οι προσδοκίες και οι εικόνες που εγκαταστάθηκαν στη συλλογική μνήμη κάτω από την έκφραση «Κομμούνα του Παρισιού». Διότι, παρόλο που η καταστολή, η Ματωμένη Εβδομάδα, προκάλεσε έναν τραυματισμό, από την άλλη πλευρά, τροφοδότησε το αίσθημα του μίσους, της εκδίκησης, την πεποίθηση της στράτευσης σ’ έναν κοινωνικό πόλεμο μεταξύ εργαζομένων και αστών, σε μια κοινωνία που από εδώ και πέρα ήταν διπολική. Μια από τις μείζονες συνέπειες του σοκ που υπέστησαν οι εργαζόμενοι ήταν ότι κόπηκε ο ομφάλιος λώρος που συνέδεε την ταξική τους συνείδηση με τις αστικές επαναστάσεις. Δεν υπήρχε πια ανάγκη ν’ αναφέρονται στις επαναστάσεις του 1789 και του 1848× από εδώ και πέρα είχαν την Κομμούνα. Τα επόμενα χρόνια, αρχίζει να γιορτάζεται η επέτειος της Κομμούνας, ως σύμβολο. Στη Γερμανία και την Αυστρία, αυτή η επέτειος συμπίπτει και υποκαθιστά την παραδοσιακή επέτειο του Μάρτη του 1848.
Η Κομμούνα γίνεται μια ιδέα, μια ομολογία πίστης, μια επιβεβαίωση του ιστορικού γίγνεσθαι, της αναπόφευκτης ολοκλήρωσης της προλεταριακής επανάστασης. Εφοδιάζει το εργατικό κίνημα με μια αυτόνομη παράδοση και μια νομιμοποίηση. Η εικόνα, όμως, που εμφυτεύεται στη συλλογική αντίληψη διαμορφώθηκε μέσα από το πρίσμα των διιστάμενων ερμηνειών στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος. Αυτό εξηγεί τις πολλές και διαφορετικές παραδόσεις που μπολιάστηκαν με την Κομμούνα. Στην Ιταλία και την Ισπανία, η εκδοχή που εγγίζει τη συλλογική ευαισθησία είναι η αναρχική× στη Γερμανία και τη Ρωσία επικράτησε η μαρξιστική παράδοση της Κομμούνας.
Έτσι, εξαιτίας της πραγματικότητάς της και της εικόνας της, η Κομμούνα ενσωματώθηκε ακλόνητα στην ανάπτυξη των θεωρητικών και ιδεολογικών αναζητήσεων, στην ιστορική συνείδηση, στις παραδόσεις, στο σύστημα αναφοράς και στις θεμελιώδεις διαφοροποιήσεις του εργατικού κινήματος.  Ο Εντουάρ Βαγιάν,[2] πρόσωπο που ταυτίζεται με τον βιωμένο μύθο, διαπίστωνε με πολλή διαύγεια: «Τι σημασία έχει τώρα το γεγονός ότι η Κομμούνα ήταν εφήμερη και, στην πραγματικότητα, κατώτερη από τον μύθο που την μεγέθυνε; Η γενιά που αγωνίστηκε και που υπέφερε, χάθηκε. Τα δεινά της τέλειωσαν: η κληρονομιά που αφήνει είναι το παράδειγμά της».
μετάφραση: Γιώργος Παπαναγιώτου

Ο  ιστορικός Georges Haupt γεννήθηκε στην Τρανσυλβανία το 1928 και πέθανε το 1978. Όλη η οικογένειά του χάθηκε στα χιτλερικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου βρέθηκε κι αυτός σε ηλικία 16 ετών. Σπούδασε στη Ρουμανία ιστορία του εργατικού κινήματος. Το 1958 εγκαθίσταται στη Γαλλία. Από το 1962, συμμετέχει στην έκδοση της επιθεώρησης Le mouvement social. Διευθυντής σπουδών στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, με ειδικό πεδίο έρευνας το διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα και ειδικότερα τη Β΄ Διεθνή. Διηύθυνε τη σειρά «Bibliothèque socialiste» στις εκδόσεις Maspero.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε το 1971, την εκατοστή επέτειο της Κομμούνας, στον Monde Diplomatique.

[1] (Στμ) Adolphe Thiers, ο επικεφαλής της γαλλικής κυβέρνησης, και Jules Favre, ο υπουργός εξωτερικών.
[2] Édouard Vaillant (1840-1915), γάλλος σοσιαλιστής, ένας από τους ενενήντα εκλεγμένους συμβούλους, επίτροπος της Δημόσιας Εκπαίδευσης και διαχειριστής της Journal Officiel της Κομμούνας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου